μεταβατικός


μεταβατικός
[мэтавагикос] εκ. переходный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεταβατικός" в других словарях:

  • μεταβατικός — able to pass from one place to another masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικός — ή, ό (Α μεταβατικός, ή, όν) [μεταβαίνω] 1. αυτός που έχει την ικανότητα ή την ιδιότητα να μετακινείται από έναν τόπο σε άλλο, να αλλάζει τόπο διαμονής, περιοδεύων, αποδημητικός (α. «μεταβατικό απόσπασμα» β. «τὸ μεταβατικὸν ἀφ ἑτέρου εἰς ἕτερον»,… …   Dictionary of Greek

  • μεταβατικός — ή, ό 1. αυτός που αλλάζει τόπο διαμονής, ο μη μόνιμος: Μεταβατικά πτηνά. 2. μτφ., πρόσκαιρος, προσωρινός, ασταθής: Περνάμε μια μεταβατική περίοδο. 3. (γραμμ.), «μεταβατικά ρήματα», τα ρήματα η ενέργεια των οποίων μεταβαίνει σε άλλο πρόσωπο, ζώο ή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταβατικά — μεταβατικός able to pass from one place to another neut nom/voc/acc pl μεταβατικά̱ , μεταβατικός able to pass from one place to another fem nom/voc/acc dual μεταβατικά̱ , μεταβατικός able to pass from one place to another fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικῶν — μεταβατικός able to pass from one place to another fem gen pl μεταβατικός able to pass from one place to another masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικόν — μεταβατικός able to pass from one place to another masc acc sg μεταβατικός able to pass from one place to another neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικαῖς — μεταβατικός able to pass from one place to another fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικαί — μεταβατικός able to pass from one place to another fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικοῖς — μεταβατικός able to pass from one place to another masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβατικοῦ — μεταβατικός able to pass from one place to another masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)